Ο μάραθος ή το μάραθο ή το φινόκιο (Fennel – Foeniculum graveolens ή officinalis ή vulgare) είναι αρωματικό φυτό, με βαθυπράσινα φύλλα και σαρκώδη ρίζα, που φτάνει τα 2 μέτρα σε ύψος. Έχει έντονη δροσερή γεύση και μυρωδιά. Τα φύλλα του μοιάζουν με τον άνιθο και τα άνθη του είναι κίτρινα.

Η επιστημονική του ονομασία είναι Μάραθον το κοινόν. Κατάγεται από τη Μεσόγειο και ήταν γνωστό στην αρχαία Ελλάδα, στην Κίνα, στην Αίγυπτο και στην Ινδία. Οι αρχαίοι Έλληνες το ονόμαζαν «μάραθρον» ίσως εις μνήμην της νίκης κατά των Περσών στο Μαραθώνα το 490 π.χ. Άλλωστε όπως και όλα τα αρωματικά φυτά και βότανα, είχαν ιδιαίτερη τιμητική θέση.

Ο μάραθος διακρίνεται σε τρία είδη, τον κοινό μάραθο, το φινόκιο και τον άγριο μάραθο.
Στον κοινό μάραθο ανήκουν όλες οι ποικιλίες μάραθου που καλλιεργούνται στην Ελλάδα για τα φύλλα τους αλλά και για τους αρωματικούς τους σπόρους. Έχει σκουροπράσινο χρώμα, και φύλλα μικρά και ψιλά. Αν τα τρίψουμε στα χέρια μας, η έντονη χαρακτηριστική μυρωδιά του μάραθου θα μείνει στο δέρμα μας πολύ ώρα.

Το φινόκιο, από την ιταλική ονομασία finocchio, καλλιεργείται κυρίως στην Ιταλία, στη Γαλλία και στην Ισπανία, ενώ ελάχιστα στην Ελλάδα. Χαρακτηρίζεται από γλυκιά γεύση και καλλιεργείται κυρίως για τον ψευδοβολβό που σχηματίζουν οι παχύνσεις των φύλλων στη βάση τους. Η βολβώδης ρίζα του μοσχοβολάει από μακριά όταν είναι φρέσκια. Είναι περισσότερο δημοφιλής στη Δυτική Ευρώπη και Αμερική.

Ο άγριος μάραθος (Foeniculum piperata) που φύεται στα χωράφια και στις άκρες των δρόμων, έχει φύλλα μαυροπράσινα, χωρισμένα σε ίνες και μεθυστικό άρωμα, δροσερή γεύση και πιπεράτη επίγευση.

Χρησιμοποιείται ως βότανο και ως μπαχαρικό. Όλα τα μέρη του φυτού μπορούν να καταναλωθούν ως τροφή: οι ρίζες, οι βλαστοί, τα φύλλα του και οι σπόροι του.
Χρησιμοποιούμε μάραθο, λόγω του χαρακτηριστικού αρώματος που έχουν τα φύλλα του και της χαρακτηριστικής γεύσης που δίνει σε διάφορα φαγητά, στα νηστίσιμα της Σαρακοστής, στις αγκινάρες, στους ντολμάδες, στο χταπόδι, στις σουπιές, στην παρασκευή πέστο και σε ωμές σαλάτες για το εξαίσιο άρωμα που τους προσδίδει. Με μάραθο αρωματίζονται οι ελιές, τα τουρσιά και το ξύδι που φτιάχνονται στο σπίτι, ενώ ο μαραθόσπορος μπορεί να προστεθεί στο ψωμί, αλλά και στο γαρνίρισμα φαγητών. Συνδυάζεται υπέροχα με το πορτοκάλι, το μανταρίνι, το σκόρδο, το κύμινο, το μπαχάρι, την κανέλα και άλλα.

Τα ανιθομάραθα χαρίζουν αιθέριο άρωμα και γλυκιά, δροσερή
γεύση σε μαρινάτες, σούπες, κρεατικά, ενώ μειώνουν την ψαρίλα των λιπαρών ψαριών, όπως του σολομού.
Ταιριάζουν πολύ με το λεμόνι, λιγότερο με τη ντομάτα, και καθόλου με το βασιλικό, το φασκόμηλο και τη ρίγανη.

Τα φύλλα του μάραθου δε συντηρούνται για πολλές ημέρες στο ψυγείο, ενώ οι ψευδοβολβοί του φινόκιο συντηρούνται μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Περιέχει φυτικές ίνες και είναι πλούσιο σε βιταμίνη C, μαγνήσιο, κοβάλτιο και σε αμινοξέα, όπως η ιστιδίνη η οποία είναι χρήσιμη για την αντιμετώπιση της αναιμίας και η αργινίνη.

Από τους σπόρους του εξάγεται το αιθέριο έλαιο του φυτού, το μαραθέλαιο, το οποίο χρησιμοποιείται στην παρασκευή καλλυντικών, αρωμάτων, σαπουνιών, φαρμάκων και ποτών. Οι σπόροι του έχουν ένα άρωμα που μοιάζει πολύ με το άρωμα του γλυκάνισου.
Από το μάραθο παρασκευάζονται σιρόπια, ενώ λένε πως βοηθάει στην παραγωγή γάλακτος στις θηλάζουσες μητέρες. Ακόμα, αλοιφές που περιέχουν μάραθο χρησιμοποιούνται για εξανθήματα επειδή έχει αντισηπτικές ιδιότητες. Περιέχει επίσης φλαβονοειδή και αντιοξειδωτικά.
Χρησιμοποιείται για τον πόνο των ματιών, της κυστίτιδας, των αρθριτικών. Προφυλάσσει από τη γρίπη, το βήχα, τον κοκίτη, το άσθμα, τις στομαχικές διαταραχές, τη ναυτία, τους κοιλιακούς πόνους των παιδιών. Είναι ευεργετικός στα μαλλιά και αντιρυτιδικός.
Η γαργάρα με το αντιφλεγμονώδες έγχυμά τους περιορίζει την ουλίτιδα και τις οδοντικές φλεγμονές και μαλακώνει τον ερεθισμένο λαιμό. Ένα αφέψημα από τσάι μάραθου είναι ό,τι πρέπει για το πρόσωπό μας. Το καθαρίζει, το δυναμώνει και το ηρεμεί. Επίσης, αν κάνουμε ατμόλουτρο με αιθέριο έλαιο μάραθου, ηρεμεί όλο το οργανικό μας σύστημα.

Στην Ινδία και το Πακιστάν οι μαραθόσποροι ψήνονται και καταναλώνονται μετά το γεύμα ως χωνευτικό και αρωματικό της αναπνοής.

Ο μάραθος είναι φυτό ευαίσθητο στο πολύ κρύο, γι αυτό στις βόρειες περιοχές της Ελλάδας η καλλιέργεια του πρέπει να γίνεται το φθινόπωρο και την άνοιξη, ενώ στις νοτιότερες μπορεί να καλλιεργηθεί και το χειμώνα. Γενικά η καλλιέργειά του πρέπει να γίνεται σε περιοχές με μεγάλη ηλιοφάνεια. Ευδοκιμεί σε αφράτα και γόνιμα εδάφη.

Η συγκομιδή στο μάραθο γίνεται με το χέρι, όταν τα φυτά έχουν αποκτήσει ύψος 40-45 εκατοστά ή κόβουμε μόνο τα
φύλλα. Στο φινόκιο η συγκομιδή γίνεται όταν ο ψευδοβολβός αποκτήσει το επιθυμητό μέγεθος.
Δεν βρίσκουμε μάραθο όλο το χρόνο. Για να μη μας λείψει η ασύγκριτη γεύση και το άρωμα του άγριου μάραθου, το μαζεύουμε χλωρό, αποφεύγοντας τα φυτά κατά μήκος των δρόμων. Κόβουμε φρέσκα βλαστάρια την άνοιξη και τα αποξηραίνουμε.
Τον Αύγουστο ο μάραθος βγάζει κίτρινα άνθη σαν ομπρελίτσες και μπορούμε να τα αποθηκεύσουμε γιατί έχουν πολύ ωραία γεύση και άρωμα! Τους σπόρους, το φθινόπωρο που γίνονται καφεπράσινοι, τους μαζεύουμε, τους αποξηραίνουμε και τους φυλάμε σε βάζο.

Ώρες Παράδοσης: Δευτέρα - Παρασκευή από 11 π.μ. έως 8 μ.μ. & Σάββατο 11 π.μ. έως 5 μ.μ.
Παραγγελίες καθημερινά έως 6 μ.μ. και Σάββατο έως 4 μ.μ. Παράβλεψη